διαφυή

διαφῠή, , ([etym.] διαφύω)
A natural break, joint, suture,

τὰ ὀστᾶ . . διαφυὰς ἔχει χωρὶς ἀπ' ἀλλήλων Pl.Phd.98c

, cf. Philostr.VA4.28; distinction, Pl.Plt.259d; dissepiment, as in chestnuts, X.An.5.4.29, cf. Plu.Cic.1; joint in reeds or grasses, Longus 1.10; divisions between the teeth, Plu.Pyrrh.3; cleft in rocks, D.S.5.22.
II stratum or vein of earth, stone, metal, Thphr.Lap.63;

δ. καὶ φλέβες D.S.3.12

.
III string-basket, PRyl.97.7 (ii B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαφυή — διαφυή, η (Α) 1. φυσικό χώρισμα, άρθρωση, ραφή 2. διάκριση 3. χώρισμα (όπως στα κάστανα) 4. χώρισμα στα δόντια 5. στρώμα ή φλέβα στη γη, σε πέτρα κ.λπ. 6. καλάθι πλεγμένο με κόμβους …   Dictionary of Greek

  • διαφυή — natural break fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυῇ — διαφύομαι germinate aor subj pass 3rd sg διαφυή natural break fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυαί — διαφυή natural break fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυῆς — διαφυή natural break fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυήν — διαφυή natural break fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυάς — διαφρυάς, η (Α) διαφυή* …   Dictionary of Greek

  • διαφυάς — fem nom sg διαφυά̱ς , διαφυή natural break fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.